Primitive root mod p

Transire suum pectus mundoque potiri

Historia de un amor 23 February, 2009

Filed under: /dev/random — Nikolas Karalis @ 3:25 am
Ya no estás más a mi lado, corazón.
En el alma sólo tengo soledad.
Y si ya no puedo verte,
¿Por qué Dios me hizo quererte?
¿Para hacerme sufrir más?
Siempre fuiste la razón de mi existir.
Adorarte para mi fue religión.
Y en tus besos yo encontraba
El calor que me brindaba
El amor y la pasión.
Es la historia de un amor,
Como no hay otro igual.
Que me hizo comprender
Todo el bien, todo el mal.
Que le dio luz a mi vida,
Apagándola después.
¡Ay que vida tan oscura!,
¡Sin tu amor no viviré!
Es la historia de un amor.
 

Αστικό Τοπίο 14 February, 2009

Filed under: /dev/random — Nikolas Karalis @ 3:42 pm

Ξεφυλλίζοντας τυχαία ενα βιβλίο σήμερα, είδα μια φωτογραφία της νυχτερινής Νέας Υόρκης και διαπίστωσα το φόβο που μου προκαλλέι το αστικό τοπίο. Αυτό που συνήθως θεωρείται όμορφο και εντυπωσιακό, για μένα είναι άκρως τρομαχτικό.

ny2

Κλικάρετε στις εικόνες, για να θαυμάσετε σε μεγάλη ανάλυση την ανθρώπινη μιζέρια…

Κάθε ένα απο αυτά τα φωτάκια, είναι μια ανθρώπινη στιγμή… Ένα δωμάτιο που κάποιος κλαίει απο λύπη, ένα πάρτυ όπου κάποιοι διασκεδάζουν και μπουκάλια ανοίγουν, ένας υπάλληλος μιας εταιρίες που πνίγεται στα χαρτιά μέχρι αργά το βράδυ, κάποια άνεργη μητέρα που ταίζει το μωρό της, ένα ζευγάρι που κάνει παθιασμένο έρωτα, ένα ζευγάρι που βλέπει τηλεόραση στο κρεββάτι του, μια παρέα φίλων που παίζουν επιτραπέζια, μια διάρηξη στο δίπλα διαμέρισμα, κάποιος που πεθαίνει αβοήθητος…

Και ενώ ο Κώστας Χατζής τα λέει όμορφα στο “Απ’το αεροπλάνο“, δεν μπορώ να μοιραστώ την αισιοδοξία του κοιτώντας τις εικόνες αυτές, καθώς με βοηθούν να δώ τις μικρές ζωούλες μας απο πιο κοντά, αν και απο απόσταση…

Χτίσαμε μεγάλους πύργους για να στεγάζουμε τις μίζερες ζωές μας και τώρα καταλαβαίνουμε οτι ήταν απλά μοντέρνες φυλακές…

 

Οι ερημιές του έρωτα 12 February, 2009

Filed under: /dev/random — Nikolas Karalis @ 10:20 pm

Εκείνη τη φορά είδα στην πόλη τη Γυναίκα, και αφού της μίλησα εγώ, αυτή μου απάντησε.

Ήμουν σ’ένα δωμάτιο δίχως φώς. Ήρθαν και μου’πανε πως είχε φτάσει. Μες στο κρεβάτι μου την είδα, κι ήταν ολόκληρη δική μου, δίχως φως! Ένιωσα τόση ταραχή, γιατί ήτανε το σπίτι της οικογένειάς μου. Και γέμισα μ’απόγνωση! Εγώ, ένας κουρελής κι εκείνη, κοσμική -θα μου δινόταν-, έπρεπε εξάπαντος να φύγει! Απόγνωση απερίγραπτη – την πήρα απ’το κρεβάτι, τη σώριασα στο πάτωμα, σχεδόν γυμνή, και μέσα σ’ανείπωτη αδυναμία, ρίχτηκα πάνω της και στα χαλιά συρθήκαμε οι δυο μας, δίχως φώς! Η λάμπα των δικών μου τα διπλανά δωμάτια κοκκίνιζε το’να μετά το άλλο. Τότε, η γυναίκα εξαφανίστηκε. Κι απο τα μάτια μου κύλησαν τόσα δάκρυα όσα ο Θεός δεν ζήτησε ποτέ.

Βγήκα στην πόλη που δεν τελειώνει πουθενά. Τι Κόπος! Να πνίγομαι στο αδυσώπητο σκοτάδι, φυγάς απο την ευτυχία. Ήταν σαν νύχτα του χειμώνα, μ’έναν χιονιά που σκέπαζε θανάσιμα τον κόσμο. Οι φίλοι, όταν τους φώναξα : που μένει; λάθος απάντηση μου δώσαν. Στάθηκα έξω απο τις τζαμαρίες, όπου συχνάζει κάθε βράδυ : χώθηκα τρέχοντας σ’έναν θαμμένο κήπο. Μ’έβγαλαν έξω με τη βία. Έκλαιγα απαρηγόρητος ύστερα απ’όλα αυτά. Τέλος, κατέβηκα σ’ένα χώρο γεμάτο σκόνη, κι ακουμπισμένος σε κάποιο σκελετό απο ξύλο, όλα τα δάκρυα του κορμιού μου τ’άφησα να στερέψουνε μαζί μ’αυτήν τη νύχτα. – Κι όμως, αισθάνθηκα και πάλι εξουθενωμένος.

Κατάλαβα ότι Εκείνη ήταν δοσμένη στη ζωή που κάνει καθημερινά. Κι ότι πιο εύκολα επιστρέφει στη θέση του ένα αστέρι απ’ό,τι μια καλή στιγμή. Δεν γύρισε ποτέ, ούτε και θα γυρίσει, η Λατρεμένη που ήρθε να με βρεί μες στο δωμάτιό μου – μήτε που το ‘χα φανταστεί. Εκείνη τη φορά έκλαψα, αλήθεια, πιο πολύ απ’όλα τα παιδιά του κόσμου.

Arthur Rimpaud

μετ. Στρατης Πασχαλης

-

Για την πριγκίπισσα των ονείρων μου, που με μύησε στην ανάγνωση του Rimbaud και με άφησε να περιπλανηθώ στις ερημιές του έρωτα και να καταλήξω στην πόλη που δεν τελειώνει πουθενά…

Σ’ευχαριστώ!